Ποντιακά έθιμα Χριστουγέννων από το Γιάννη Λαζαρίδη

Οι Γιορτινές προετοιμασίες του χειμερινού κύκλου ξεκινούσαν τον Δεκέμβρη, στη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας. Οι νοικοκυρές έφτιαχναν μελόπιτες και βαρβάρα με σιτάρι, καλαμπόκι και φασόλια και τα μοίραζαν σε γείτονες και παιδιά. Τις μελόπιτες τις ετοίμαζε κάποιος ηλικιωμένος από την οικογένεια με μέλι, σιτάρι, καρύδια, και αλεύρι, προσφορά της γειτονιάς. Σύμφωνα με το έθιμο, με το μέλι της πίτας σχημάτιζαν σταυρό στην πόρτα του σπιτιού.

Στις 15 του Δεκέμβρη, στις αγροτικές περιοχές γιόρταζαν τα « Αλώα» στους αγρούς για τη ευόδωση των καρπών της γης, ένα έθιμο που σήμερα έχει εκλείψει.

Για τα Χριστούγεννα, σε πολλά μέρη του Πόντου, οι νοικοκυρές συνήθιζαν να παρασκευάζουν πίτες από καλαμποκάλευρο, αλευροχαλβά, κατμέρια και τον «πουρμά», ένα σιροπιαστό γλυκό που θύμιζε το σαραϊγλί. Στην Τραπεζούντα τις παραμονές των Χριστουγέννων οι νοικοκυρές απαραιτήτως ζύμωναν κουλούρια για το σπίτι και τα ζώα. Επίσης ζύμωναν τα χριστόψωμα τα οποία περιείχαν καρύδια και όταν ψήνονταν τα περίχυναν με μέλι. Πάνω στο χριστόψωμο κεντούσαν με αμύγδαλα τη γέννηση του Χριστού. Στόλιζαν ένα τραπέζι δίπλα στο Χριστουγεννιάτικο δένδρο, με διάφορα γιορτινά καλούδια κι ένα εικόνισμα, αφιερωμένο στην Παναγία, το « Τραπέζι της Παναγίας». Στην Ινέπολη του νομού Κασταμονής, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν για τα Χριστούγεννα τα παραδοσιακά γλυκά « κετέ», «ιτσλί» και «κατμέρια». Στην Αμάσεια, τα βασικά γιορτινά εδέσματα ήταν το κεσκέκι, το σουμπορεγί και το τζεβιζλί τσορέκ. Διαδεδομένο υλικό για τις πίτες ήταν το χασισόλαδο και οι χασισόσποροι τους οποίους επεξεργαζόταν όπως τους κόκκους του καφέ. Καβουρντίζανε τους σπόρους σ' ένα τηγάνι χωρίς λάδι ώσπου να πάρουν μαύρο χρώμα και να βγάλουν το λάδι τους .

Τη νύχτα της 24ης Δεκεμβρίου, παραμονή των Χριστουγέννων, «εθύμιζαν» τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα με λύρα και με νταούλζουρνά. Γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού παρέα με τους μωμόγερους, αψηφώντας το τσουχτερό κρύο και με αραιούς πυροβολισμούς και ψάλλοντας τα κάλαντα θύμιζαν τη γένεση του θεανθρώπου. Στα ορεινά του Πόντου λέγανε τα κάλαντα και την ημέρα γιατί οι καιρικές συνθήκες ήταν συχνα απαγορευτικές για έξοδο την νύχτα. Οι "καλαντάδες" εκτός από τη συνοδεία της λύρας, φρόντιζαν να φέρουν μαζί τους και ένα στολισμένο καράβι, φτιαγμένο από χαρτόνι και λεπτό σανίδι για να εντυπωσιάσουν τους νοικοκυραίους. Συνήθως φώτιζαν τα καραβάκια τους με κεριά, ενώ κάθε ομάδα προσπαθούσε να φτιάξει το πιο όμορφο και φανταχτερά στολισμένο, εν είδη συναγωνισμού. Προτού αρχίσουν να ψάλλουν, ένας της παρέας έλεγε μεγαλόφωνα τον πολυχρονισμό, αρχίζοντας από τον αρχηγό της οικογένειας και τελειώνοντας και στο πιο μικρό παιδί και σ' αυτούς τους ξενιτεμένους: «Ο Θεός να πολυχρονίζ' τον κύριο τάδε...και στη συνέχεια έψαλλαν:


«Καλημέρα σας και πολλούς χρόνους
ύγειαν και χαρά στον νοικοκύρη
ύγειαν και χαρά στα παλικάρια.

Έξω στην αυλή και στο παλάτι
στέκουν θυμίζουν τα παλικάρια,
στέκουν θυμίζουν εσένα, αφέντη.

 Έ αφέντη μας, μα μη κοιμάσαι΄.

Οψεζνί βραδύ καλή βραδύ έν,
οψεζνί βραδύ Χριστός γεννέθεν,
οψές γεννέθεν και αύριο εστάθεν,
γράφει γράμματα, βαστά βαγγέλια,
γράφει γράμματα και πάλ' εγνώθι,
αρχοντόπουλο και καλαμιόνι,
μύρος έτουνε και μυροϊδόνι
και μυρόδισεν όλον τον κόσμον,
εμυρόδισε κ' εσένα, αφέντη.

Έ αφέντη μας, να μη κοιμάσαι,
άψο το κερί κι έλα σήν πόρτα.»

Με τον τελευταίο στίχο «άψο το κερί κι έλα σήν πόρτα», ο νοικοκύρης, με αναμμένο κερί στο χέρι, θ' ανοίξει την πόρτα και θα υποδεχτεί όλους χαρούμενος και γελαστός.

Οι νοικοκυρές, χαρούμενες και γελαστές, πρόσφερναν άφθονα καρύδια, μήλα, τσίρα και ούβας σ' όλους. Ο αρχηγός της οικογένειας με την κανάτα γεμάτη κρασί στο χέρι, κερνούσε κρασι. Μετά το κρασοπότι, η Σχολική Επιτροπή, από τους γεροντότερους του χωριού, εισέπραττε ό,τι πρόσφερναν σ' αυτήν υπέρ του σχολείου, χρήματα, νήμα κανναβένιο, καλαμπόκι, φασόλια, καννάβι, ακατέργαστο κ.ά.

Στο χωριό Ζησινώ ψαλλόταν και το εξής τροπάριο:

«Ιδού ο χρόνος πέρασε
και ήρθεν η ημέρα
της του Χριστού γεννήσεως
και ταύτη τη εσπέρα.

Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι ουρανοί αγάλλονται,
χαίρει η κτήσις όλη.

Εντός της φάτνης τίκτεται
υπό σπηλαίου θόλου
ο βασιλεύς των ουρανών
και ποιητής των όλων.

Τρεις μαγιδώους έτρεφε
μια Συρία χώρα,
βαστούσαν σμύρναν και χρυσόν
και λίβανον ως δώρα.

Χοροί αγγέλων ψάλλουσι
το δόξα εν υψίστοις
και υπό ποιμένων άδεται
του Σύμπαντος ο κτίστης.

 Ως οδηγόν υπέρλαμπρον

αστέρα ακολουθούσι.

Ελθόντες εις το σπήλαιον
το βρέφος προσκυνούσιν.»

Τα Ποντιακά Κάλαντα των Χριστουγέννων, που είναι και τα πιο διαδεδομένα, περιέχουν όλη τη ζωή του θεανθρώπου, από τη στιγμή της Γέννησης του, μέχρι τη στιγμή της Σύλληψης του, χωρίς όμως να προχωρούν και στη Σταύρωση του, γεγονός που θα ερχόταν σε αντίθεση με το χαρμόσυνο γεγονός των Χριστουγέννων.

Χριστός γεννέθεν χαράν σον κόσμον
χα! καλή ώρα, καλή σ΄ μέρα
χα! καλόν παιδίν οψέ γεννέθεν

οψέ γεννέθεν ουρανοστάθεν
τον εγέννεσεν η Παναγία
τον ενέστεσεν αε παρθένος

Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάρι
κι εκατήβεν σο στραυροδρόμι
σταυροδρόμι και μυροδρόμι.

Ερπαξάν ατόν οι χιλ Εβραίοι
χιλ Εβραίοι και μύρι Εβραίοι
χιλ Εβραίοι και μύρι Εβραίοι.

Α σ ακροντικά κι α σην καρδίαν
αίμα έσταξεν χολήν κι εφάνθεν
ούμπαν έσταξεν και μύρος έτον
μύρος έτον και μυρωδία.

Εμυρίστεν ατό ο κόσμος όλον
για μυρίστ ατό κι εσύ αφένταμ
συ αφένταμ καλέμ αφένταμ.
Ερθαν τη Χριστού τα παλικάρια
και θυμίζνε τον νοικοκύρην
νοικοκύρην και βασιλέαν.

Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν
δος μας ούβας και λεφτοκάρα
κι αν ανιοιείς μας χαρά σην πόρτα σ

Ο  Χειμώνας που σε διάφορα µέρη του Πόντου λέγεται ο Χειµός ή Χειµωγκός περιλαμβάνει τους μήνες Δεκέµβριο – Χριστιαννάρτς, Ιανουάριο – Καλαντάρτς , Φεβρουάριο – Κούντουρο. Στον Πόντο ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς, σταματούσαν οι εξωτερικές δουλειές, γύριζαν οι ξενιτεμένοι. Τα βράδια συνήθως τα περνούσαν σε σπίτια, κάνοντας τα νυχτέρια ή βεγγέρες, που στον Πόντο λεγόντουσαν Παρακάθια.

Μα πιο πολύ περίμεναν τα Καλαντόφωτα για να κάνουν τα διάφορα μυστήρια, βαφτίσια, αρραβώνες, γάµους και άλλες γιορτές, γιατί τότε ήταν όλοι µαζεμένοι στο χωριό και ερχόντουσαν οι ξενιτεμένοι. Καλαντόφωτα οι πρόγονοι µας έλεγαν τις γιορτές από τα Χριστούγεννα μέχρι την ημέρα των Φώτων, ή και Δωδεκαήμερο. Με μεγάλη χαρά θα ετοιμαζόντουσαν να δεχτούν τη γέννηση του Θεανθρώπου. Την Παραμονή των Χριστουγέννων σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και θα συμπλήρωναν τις ετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή.
Τη µέρα αυτή θα έβαζαν στο τζάκι το Χριστό κουρ’, που ήταν αλλού από µηλιά αλλού από αχλαδιά, αυτό ήταν ένα κούτσουρο κοµµένο ειδικά για τα Χριστούγεννα και θα άναβε στο τζάκι συνέχεια και τις τρεις µέρες των Χριστουγέννων, που τις έλεγαν, τα Χριστουήµερα. Την Παραμονή το απόγευμα τα παιδιά θα έλεγαν τα κάλαντα και οι νοικοκύρηδες θα τα φίλευαν µε διάφορα καλούδια (δώρα). Τα χαράματα θα χτύπαγε η καμπάνα και θα πήγαιναν όλοι στην εκκλησία. Η απόλυση γινότανε µε την ανατολή του ήλιου και η ημέρα ήταν αφιερωμένη στους ανθρώπους του σπιτιού, στην οικογένεια.
Όσο για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, στον Πόντο και μάλιστα στην Αργυρούπολη και στα περίχωρα της, αλλά και αλλού, από την Παραμονή των Χριστουγέννων κρεμούσαν στο εικονοστάσι σταυρωτά κλαδιά φουντουκιάς ή καρυδιάς ή µόνο καρπούς. Αλλού το δέντρο ήταν από πεύκο ή έλατο και το στόλιζαν εκτός από νωπούς καρπούς και µε κλαδάκια ελιάς στα φύλλα της οποίας σφήνωναν «λεφτοκάρια» – φουντούκια. Αλλού έβαζαν «τσιµσίρ» – πυξάρι.

 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Τις μέρες που πλησιάζουν, τα Χριστούγεννα, σκεφτόμαστε τα παλιά χρόνια και ρωτάμε τους γερούς για τα ήθη και τα έθιμα που είχαν τότε.
Κάθε σπίτι είχε και ένα γουρούνι. Την παραμονή των Χριστουγέννων το έσφαζαν και με το κρέας του έφτιαχναν "γαβουρμά" και "τσιλγάνια", όπως τα λένε στα ποντιακά. Το λίπος του γουρουνιού το λιώνανε και το χρησιμοποιούσανε στις πίτες και τα φαγητά. Φτιάχνανε ακόμα τσουρέκια στο φούρνο, που έμοιαζαν με πίτες. Τα παιδιά έψελναν τα ποντιακά κάλαντα και τους έδιναν, αντί για λεφτά, ξηρούς καρπούς, ξερά σύκα και κερατούτσες που έμοιαζαν με φασόλια αλλά ήταν γλυκές.
Την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων, μετά την εκκλησία, τρώγανε όλοι μαζί στο τραπέζι πατσά. Ένα άλλο έθιμο ήταν η προσφορά δώρων στα παιδία από το νονό τους και, πολλές φορές, ο βαφτισιμιός πρόσφερε δώρα στο νονό του και αυτό λεγόταν "καλαντίασμαν".
Σε άλλα μέρη οι Πόντιοι, παραμονές Χριστουγέννων, μαζεύονταν στην πλατεία και αποφάσιζαν για το γιορτινό τραπέζι. Ο καθένας αποφάσιζε τι ζώο θα σφάξει. Άλλος ένα γουρούνι άλλος μοσχάρι, άλλος κουνέλι κ.ά. Οι γυναίκες αποφάσιζαν να πάνε στην αγορά και να ψωνίσουν διάφορα λαχανικά και φρούτα.
Σαν έφταναν τα Χριστούγεννα όλοι οι χωριανοί ετοίμαζαν τα τραπέζια τους κάτω στην πλατεία. Οι γυναίκες τακτοποιούσαν τα ωραία ψητά και όλοι έτρωγαν και έπιναν διασκεδάζοντας χαρούμενα και ξεχνώντας κάθε λύπη και στεναχώρια.
Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς διάλεγαν ένα μεγάλο κούτσουρο για να καίγεται στο τζάκι. Πίστευαν ότι η φωτιά διώχνει τα δαιμόνια που έρχονταν από την καπνοδόχο. Το κούτσουρο αυτό το λέγανε "καλαντοκάρ". Το ίδιο βράδυ ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε τη βασιλόπιτα, που το φλουρί της ήταν μια δεκάρα. Έπειτα ο ίδιος ανακάτευε φουντούκια με νομίσματα και τα πετούσε ψηλά τρεις φορές λέγοντας ευχές για τη νέα χρονιά. Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς πηγαίνανε οι χωριανοί στη βρύση του χωριού. Αφήνανε εκεί τσουρέκια, γλυκίσματα, φρούτα και έπαιρναν νερό (το θεωρούσαν αγιασμένο) για να ραντίσουν το σπίτι. Μετά έσπαζαν στην πόρτα του σπιτιού ένα ρόδι για το γούρι.
Σε άλλα μέρη κάθε οικογένεια έπαιρνε από ένα κυδώνι και το έκοβε σε τόσα κομμάτια όσα άτομα ήταν στην οικογένεια. Μετά έβαζαν μια δραχμή μέσα σ' ένα κομμάτι, το ανακάτευαν μέσα σε μια πετσέτα και διάλεγε ο καθένας από ένα. Σε όποιον τύχαινε η δραχμή αυτός μετά έπρεπε να σηκωθεί τα χαράματα, να πάρει μια κανάτα και να πάει κάτω στην πλατεία να τη γεμίσει με νερό. Από αυτό το νερό θα έβαζε λίγο στα ζώα, θα κρατούσε λίγο να πλυθούν και λίγο για να πιουν.
Μετά χρόνια, οι συνήθειες άλλαξαν, όμως μαζί τους άλλαξαν και οι άνθρωποι. Εμείς πιστεύουμε ότι τότε υπήρχε περισσότερη αγάπη και αλληλοβοήθεια παρά σήμερα.

Το καλαντόνερον

Καλαντόνερον ονομαζόταν το πρώτο νερό που έπαιρναν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς από την βρύση, την πηγή ή το πηγάδι από όπου προμηθεύονταν το πόσιμο νερό. Της λήψης του καλαντόνερου προηγούνταν το καλαντίασμαν της βρύσης. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα τοποθετούσαν κοντά ‘ς σο πεγάδ’  (βρύση) διάφορα δώρα όπως ξηρούς καρπούς (λεφτοκάρα, καρύδα, σύκα) στάρι, γλυκά, μήλα, κυδώνια, κ.λ.π. λέγοντας την ευχή: Κάλαντα και καλός καιρός, πάντα και του χρόνου. Αυτός που έπαιρνε το νερό, μέχρι να το πάει στο σπίτι δεν κοιτούσε πίσω του ούτε μιλούσε σε κανέναν. Έπινε όλη η οικογένεια από λίγο και ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τις αποθήκες, τα ζώα, τα χωράφια κ.λ.π.
                                                                                                    

Τα πίζηλα (καλικάντζαροι) 

Όπως σε όλα τα μέρη της Ελλάδας έτσι και στον Πόντο πίστευαν, ότι το δωδεκαήμερο (Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα) βγαίνουν τα πίζηλα (οι καλικάντζαροι) και ενοχλούν τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα ενοχλούσαν τα παιδιά και ιδίως τα αβάπτιστα, τις λεχώνες, τις νεόνυμφες και γενικά αδύναμα άτομα. Προκαλούσαν ζημιές στα πράγματα του σπιτιού, στα ζώα και στους αγρούς. Για να προστατευθούν απέφευγαν να κάνουν νυχτερινές δουλειές έξω από το σπίτι και να πετάξουν νερά έξω το βράδυ. Επίσης για να μην πλησιάζουν έλεγαν ψιθυριστά διάφορες προσευχές. Τα πίζηλα εξαφανίζονταν τα Φώτα με τον αγιασμό των υδάτων για να επιστρέψουν και πάλι τα Χριστούγεννα.
Ανάλογα με την περιοχή ονομάζονται και πίζουλα, πίζελα και πιζήαλα.


Οι Γιορτινές προετοιμασίες του χειμερινού κύκλου ξεκινούσαν τον Δεκέμβρη, στη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας. Οι νυκοκυρές έφτιαχναν μελόπιτες και βαρβάρα με σιτάρι, καλαμπόκι και φασόλια και τα μοίραζαν σε γείτονες και παιδιά.


Τις μελόπιτες τις ετοίμαζε κάποιος ηλικιωμένος από την οικογένεια με μέλι, σιτάρι, καρύδια και αλεύρι, προσφορά της γειτονιάς. Σύμφωνα με το έθιμο, με το μέλι της πίτας σχημάτιζαν σταυρό στην πόρτα του σπιτιού!
Στις 15 του Δεκέμβρη, στις αγροτικές περιοχές γιόρταζαν τα «Αλώα» στους αγρούς, για τη ευόδωση των καρπών της γης, ένα έθιμο που σήμερα έχει εκλείψει. Για τα Χριστούγεννα, σε πολλά μέρη του Πόντου, οι νοικοκυρές συνήθιζαν να παρασκευάζουν πίτες από καλαμποκάλευρο, αλευροχαλβά, κατμέρια και τον «πουρμά», ένα σιροπιαστό γλυκό που θύμιζε το σαραϊγλί.
Στην Τραπεζούντα τις παραμονές των Χριστουγέννων οι νοικοκυρές απαραιτήτως ζύμωναν κουλούρια για το σπίτι και τα ζώα. Επίσης ζύμωναν τα Χριστόψωμα τα οποία περιείχαν καρύδια και όταν ψήνονταν τα περίχυναν με μέλι. Πάνω στο χριστόψωμο κεντούσαν με αμύγδαλα τη γέννηση του Χριστού. Στόλιζαν ένα τραπέζι δίπλα στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, με διάφορα γιορτινά καλούδια κι ένα εικόνισμα, αφιερωμένο στην Παναγία, το «Τραπέζι της Παναγίας». Δείχνοντας έτσι την εκτίμηση και τη αγάπη τους στην Μεγάλη Βοηθό τους, στις δύσκολες στιγμές τους!
Στην Ινέπολη του νομού Κασταμονής, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν για τα Χριστούγεννα τα παραδοσιακά γλυκά «κετέ», «ιτσλί» και «κατ” μέρια».
Στην Αμάσεια, τα βασικά γιορτινά εδέσματα ήταν το κεσκέκι, το σουμπορεγί και το τζεβιζλί τσορέκ. Διαδεδομένο υλικό για τις πίτες ήταν το χασισόλαδο και οι χασισόσποροι, τους οποίους επεξεργαζόταν όπως τους κόκκους του καφέ. Καβουρδίζανε τους σπόρους σ” ένα τηγάνι χωρίς λάδι, ώσπου να πάρουν μαύρο χρώμα και να βγάλουν το λάδι τους.

Τη νύχτα της 24ης Δεκεμβρίου, παραμονή των Χριστουγέννων, «εθύμιζαν» τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα με λύρα, νταούλι και ζουρνά! Γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού παρέα με τους μωμόγερους, αψηφώντας το τσουχτερό κρύο και με αραιούς πυροβολισμούς και ψάλλοντας τα κάλαντα… θύμιζαν τη γένεση του Θεανθρώπου. Στα ορεινά του Πόντου λέγανε τα κάλαντα και την ημέρα, γιατί οι καιρικές συνθήκες ήταν συχνα απαγορευτικές για έξοδο την νύχτα.


Οι «καλαντάδες» εκτός από τη συνοδεία της λύρας, φρόντιζαν να φέρουν μαζί τους και ένα στολισμένο καράβι, φτιαγμένο από χαρτόνι και λεπτό σανίδι, για να εντυπωσιάσουν τους νοικοκυραίους. Συνήθως φώτιζαν τα καραβάκια τους με κεριά, ενώ κάθε ομάδα προσπαθούσε να φτιάξει το πιο όμορφο και φανταχτερά στολισμένο, εν είδη συναγωνισμού. Προτού αρχίσουν να ψάλλουν, ένας της παρέας έλεγε μεγαλόφωνα τον πολυχρονισμό, αρχίζοντας από τον Αρχηγό της οικογένειας και τελειώνοντας στο πιο μικρό παιδί και στους ξενιτεμένους: «Ο Θεός να πολυχρονίζ” τον κύριο τάδε…» και στη συνέχεια έψαλλαν:
«Καλημέρα σας και πολλούς χρόνους ύγειαν και χαρά στον νοικοκύρη ύγειαν και χαρά στα παλικάρια. Έξω στην αυλή και στο παλάτι στέκουν θυμίζουν τα παλικάρια, στέκουν θυμίζουν εσένα, αφέντη. Έ αφέντη μας, μα μη κοιμάσαι.
Οψεζνί βραδύ καλή βραδύ έν, οψεζνί βραδύ Χριστός γεννέθεν, οψές γεννέθεν και αύριο εστάθεν, γράφει γράμματα, βαστά βαγγέλια, γράφει γράμματα και πάλ” εγνώθι, αρχοντόπουλο και καλαμιόνι, μύρος έτουνε και μυροϊδόνι και μυρόδισεν όλον τον κόσμον, εμυρόδισε κ” εσένα, αφέντη. Έ αφέντη μας, να μη κοιμάσαι, άψο το κερί κι έλα σήν πόρτα».
Με τον τελευταίο στίχο «άψο το κερί κι έλα σήν πόρτα», ο νοικοκύρης, με αναμμένο κερί στο χέρι, θ” ανοίξει την πόρτα και θα υποδεχτεί όλους χαρούμενος και γελαστός. Οι νοικοκυρές, χαρούμενες και γελαστές, πρόσφερναν άφθονα καρύδια, μήλα, τσίρα και ούβας σ” όλους. Ο αρχηγός της οικογένειας με την κανάτα γεμάτη κρασί στο χέρι, κερνούσε κρασί. Μετά το κρασοπότι, η Σχολική Επιτροπή αποτελούμενη από τους γεροντότερους του χωριού, εισέπραττε ό,τι πρόσφερναν σε αυτήν υπέρ του σχολείου. Χρήματα, νήμα κανναβένιο, καλαμπόκι, φασόλια, καννάβι, ακατέργαστο κ.ά.
Τα Ποντιακά Κάλαντα των Χριστουγέννων, που είναι και τα πιο διαδεδομένα, περιέχουν όλη τη ζωή του Θεανθρώπου, από τη στιγμή της Γέννησης του, μέχρι τη στιγμή της Σύλληψης του – χωρίς όμως να προχωρούν και στη Σταύρωση του. Γεγονός που θα ερχόταν σε αντίθεση με το χαρμόσυνο γεγονός των Χριστουγέννων!
Χριστός γεννέθεν χαράν σον κόσμον χα! καλή ώρα, καλή σ” μέρα χα! καλόν παιδίν οψέ γεννέθεν οψέ γεννέθεν ουρανοστάθεν τον εγέννεσεν η Παναγία τον ενέστεσεν αε παρθένος Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάρι κι εκατήβεν σο στραυροδρόμι σταυροδρόμι και μυροδρόμι.
Ερπαξάν ατόν οι χιλ Εβραίοι χιλ Εβραίοι και μύρι Εβραίοι χιλ Εβραίοι και μύρι Εβραίοι. Α σ ακροντικά κι α σην καρδίαν αίμα έσταξεν χολήν κι εφάνθεν ούμπαν έσταξεν και μύρος έτον μύρος έτον και μυρωδία.
Εμυρίστεν ατό ο κόσμος όλον για μυρίστ ατό κι εσύ αφένταμ συ αφένταμ καλέμ αφένταμ. Ερθαν τη Χριστού τα παλικάρια και θυμίζνε τον νοικοκύρην νοικοκύρην και βασιλέαν. Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν δος μας ούβας και λεφτοκάρα κι αν ανιοιείς μας, χαρά σην πόρτα σ.”
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ


Τις μέρες που πλησιάζουν, τα Χριστούγεννα, σκεφτόμαστε τα παλιά χρόνια και ρωτάμε τους γερούς για τα ήθη και τα έθιμα που είχαν τότε.

Κάθε σπίτι είχε και ένα γουρούνι. Την παραμονή των Χριστουγέννων το έσφαζαν και με το κρέας του έφτιαχναν "γαβουρμά" και "τσιλγάνια", όπως τα λένε στα ποντιακά. Το λίπος του γουρουνιού το λιώνανε και το χρησιμοποιούσανε στις πίτες και τα φαγητά. Φτιάχνανε ακόμα τσουρέκια στο φούρνο, που έμοιαζαν με πίτες. Τα παιδιά έψελναν τα ποντιακά κάλαντα και τους έδιναν, αντί για λεφτά, ξηρούς καρπούς, ξερά σύκα και κερατούτσες που έμοιαζαν με φασόλια αλλά ήταν γλυκές.

Την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων, μετά την εκκλησία, τρώγανε όλοι μαζί στο τραπέζι πατσά. Ένα άλλο έθιμο ήταν η προσφορά δώρων στα παιδία από το νονό τους και, πολλές φορές, ο βαφτισιμιός πρόσφερε δώρα στο νονό του και αυτό λεγόταν "καλαντίασμαν".

Σε άλλα μέρη οι Πόντιοι, παραμονές Χριστουγέννων, μαζεύονταν στην πλατεία και αποφάσιζαν για το γιορτινό τραπέζι. Ο καθένας αποφάσιζε τι ζώο θα σφάξει. Άλλος ένα γουρούνι άλλος μοσχάρι, άλλος κουνέλι κ.ά. Οι γυναίκες αποφάσιζαν να πάνε στην αγορά και να ψωνίσουν διάφορα λαχανικά και φρούτα.

Σαν έφταναν τα Χριστούγεννα όλοι οι χωριανοί ετοίμαζαν τα τραπέζια τους κάτω στην πλατεία. Οι γυναίκες τακτοποιούσαν τα ωραία ψητά και όλοι έτρωγαν και έπιναν διασκεδάζοντας χαρούμενα και ξεχνώντας κάθε λύπη και στεναχώρια.

Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς διάλεγαν ένα μεγάλο κούτσουρο για να καίγεται στο τζάκι. Πίστευαν ότι η φωτιά διώχνει τα δαιμόνια που έρχονταν από την καπνοδόχο. Το κούτσουρο αυτό το λέγανε "καλαντοκάρ". Το ίδιο βράδυ ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε τη βασιλόπιτα, που το φλουρί της ήταν μια δεκάρα. Έπειτα ο ίδιος ανακάτευε φουντούκια με νομίσματα και τα πετούσε ψηλά τρεις φορές λέγοντας ευχές για τη νέα χρονιά. Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς πηγαίνανε οι χωριανοί στη βρύση του χωριού. Αφήνανε εκεί τσουρέκια, γλυκίσματα, φρούτα και έπαιρναν νερό (το θεωρούσαν αγιασμένο) για να ραντίσουν το σπίτι. Μετά έσπαζαν στην πόρτα του σπιτιού ένα ρόδι για το γούρι.

Σε άλλα μέρη κάθε οικογένεια έπαιρνε από ένα κυδώνι και το έκοβε σε τόσα κομμάτια όσα άτομα ήταν στην οικογένεια. Μετά έβαζαν μια δραχμή μέσα σ' ένα κομμάτι, το ανακάτευαν μέσα σε μια πετσέτα και διάλεγε ο καθένας από ένα. Σε όποιον τύχαινε η δραχμή αυτός μετά έπρεπε να σηκωθεί τα χαράματα, να πάρει μια κανάτα και να πάει κάτω στην πλατεία να τη γεμίσει με νερό. Από αυτό το νερό θα έβαζε λίγο στα ζώα, θα κρατούσε λίγο να πλυθούν και λίγο για να πιουν.

Μετά χρόνια, οι συνήθειες άλλαξαν, όμως μαζί τους άλλαξαν και οι άνθρωποι. Εμείς πιστεύουμε ότι τότε υπήρχε περισσότερη αγάπη και αλληλοβοήθεια παρά σήμερα. 

Κάθε σπίτι στον Πόντο είχε και ένα γουρούνι. Την παραμονή των Χριστουγέννων το έσφαζαν και με το κρέας του έφτιαχναν "γαβουρμά" και "τσιλγάνια", όπως τα λένε στα ποντιακά. Το λίπος του γουρουνιού το λιώνανε και το χρησιμοποιούσανε στις πίτες και τα φαγητά. Φτιάχνανε ακόμα τσουρέκια στο φούρνο, που έμοιαζαν με πίτες. Τα παιδιά έψελναν τα ποντιακά κάλαντα και τους έδιναν, αντί για λεφτά, ξηρούς καρπούς, ξερά σύκα και κερατούτσες που έμοιαζαν με φασόλια αλλά ήταν γλυκές. Την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων, μετά την εκκλησία, τρώγανε όλοι μαζί στο τραπέζι πατσά. Ένα άλλο έθιμο ήταν η προσφορά δώρων στα παιδία από το νονό τους και, πολλές φορές, ο βαφτισιμιός πρόσφερε δώρα στο νονό του και αυτό λεγόταν "καλαντίασμαν".

 

Σε άλλα μέρη οι Πόντιοι, παραμονές Χριστουγέννων, μαζεύονταν στην πλατεία και αποφάσιζαν για το γιορτινό τραπέζι. Ο καθένας αποφάσιζε τι ζώο θα σφάξει. Άλλος ένα γουρούνι άλλος μοσχάρι, άλλος κουνέλι κ.ά. Οι γυναίκες αποφάσιζαν να πάνε στην αγορά και να ψωνίσουν διάφορα λαχανικά και φρούτα.

Σαν έφταναν τα Χριστούγεννα όλοι οι χωριανοί ετοίμαζαν τα τραπέζια τους κάτω στην πλατεία. Οι γυναίκες τακτοποιούσαν τα ωραία ψητά και όλοι έτρωγαν και έπιναν διασκεδάζοντας χαρούμενα και ξεχνώντας κάθε λύπη και στεναχώρια. Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς διάλεγαν ένα μεγάλο κούτσουρο για να καίγεται στο τζάκι. Πίστευαν ότι η φωτιά διώχνει τα δαιμόνια που έρχονταν από την καπνοδόχο. Το κούτσουρο αυτό το λέγανε "καλαντοκάρ". Το ίδιο βράδυ ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε τη βασιλόπιτα, που το φλουρί της ήταν μια δεκάρα. Έπειτα ο ίδιος ανακάτευε φουντούκια με νομίσματα και τα πετούσε ψηλά τρεις φορές λέγοντας ευχές για τη νέα χρονιά. Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς πηγαίνανε οι χωριανοί στη βρύση του χωριού. Αφήνανε εκεί τσουρέκια, γλυκίσματα, φρούτα και έπαιρναν νερό (το θεωρούσαν αγιασμένο) για να ραντίσουν το σπίτι. Μετά έσπαζαν στην πόρτα του σπιτιού ένα ρόδι για το γούρι.
Σε άλλα μέρη κάθε οικογένεια έπαιρνε από ένα κυδώνι και το έκοβε σε τόσα κομμάτια όσα άτομα ήταν στην οικογένεια. Μετά έβαζαν μια δραχμή μέσα σ' ένα κομμάτι, το ανακάτευαν μέσα σε μια πετσέτα και διάλεγε ο καθένας από ένα. Σε όποιον τύχαινε η δραχμή αυτός μετά έπρεπε να σηκωθεί τα χαράματα, να πάρει μια κανάτα και να πάει κάτω στην πλατεία να τη γεμίσει με νερό. Από αυτό το νερό θα έβαζε λίγο στα ζώα, θα κρατούσε λίγο να πλυθούν και λίγο για να πιουν.
ΠΟΝΤΟΣ
Στον Πόντο, για τ' ανύπαντρα κορίτσια έλεγαν : Εσύ κορίτσι που θέλεις να ονειρευτείς στον ύπνο σου αν θα πάρεις πλούσιο άντρα ή φτωχό, κρύψε κρυφά, χωρίς κανένας να σε δει, την πρώτη σου μπουκιά από τη βασιλόπιτα του τραπεζιού. Σαν κλειστείς μονάχη σου στην κάμαρά σου, άλειψε τηνε με μέλι και με βούτυρο, άνοιξε το παράθυρο που βλέπει κατά το Βοριά και στάσου εκεί τα μεσάνυχτα και πες : Ω! Γενάρη, Καλαντάρη και καλά
καλαντισμένε, εκεί στις Άκριες που θα πας
κι εκεί που θα γυρίσεις εκεί 'ναι οι Μοίρες
των Μοιρών και η δική μου Μοίρα. Αν
είναι πλούσια και καλή, πες της να 'ρθει να
μ' εύρει, αν είναι και πεντάφτωχη, πάλι να
'ρθει να μ' εύρει.

Κοιμήσου ύστερα, με τη μπουκιά αφημένη στο παράθυρο και θα δεις στον ύπνο σου αυτό που ευχήθηκες.

 Ο Χειμώνας που σε διάφορα μέρη του Πόντου λέγεται ο Χειμός ή Χειμωγκός περιλαμβάνει τους μήνες Δεκέμβριο - Χριστιαννάρτς, Ιανουάριο - Καλαντάρτς , Φεβρουάριο - Κούντουρο. Στον Πόντο ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς, σταματούσαν οι εξωτερικές δουλειές, γύριζαν οι ξενιτεμένοι. Τα βράδια συνήθως τα περνούσαν σε σπίτια, κάνοντας τα νυχτέρια ή βεγγέρες, που στον Πόντο λεγόντουσαν παρακάθια.

Μα πιο πολύ περίμεναν τα Καλαντόφωτα για να κάνουν τα διάφορα μυστήρια, βαφτίσια, αρραβώνες, γάμους και άλλες γιορτές, γιατί τότε ήταν όλοι μαζεμένοι στο χωριό και έρχονταν οι ξενιτεμένοι.
Καλαντόφωτα οι πρόγονοι μας έλεγαν τις γιορτές από τα Χριστούγεννα μέχρι την ημέρα των Φώτων, ή και Δωδεκαήμερο. Με μεγάλη χαρά ετοιμάζονταν να δεχτούν τη γέννηση του Θεανθρώπου. Την Παραμονή των Χριστουγέννων σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και συμπλήρωναν τις ετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή.
Τη μέρα αυτή θα έβαζαν στο τζάκι το Χριστοκούρ', που ήταν αλλού από μηλιά αλλού από αχλαδιά· αυτό ήταν ένα κούτσουρο κομμένο ειδικά για τα Χριστούγεννα και άναβε στο τζάκι συνέχεια και τις τρεις μέρες των Χριστουγέννων, που τις έλεγαν Χριστουήμερα. Την Παραμονή το απόγευμα τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα και οι νοικοκύρηδες τα φίλευαν με διάφορα καλούδια (δώρα). Τα χαράματα χτύπαγε η καμπάνα και πήγαιναν όλοι στην εκκλησία. Η απόλυση γινότανε με την ανατολή του ήλιου και η ημέρα ήταν αφιερωμένη στους ανθρώπους του σπιτιού, στην οικογένεια.
Όσο για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, στον Πόντο και μάλιστα στην Αργυρούπολη και στα περίχωρα της, αλλά και αλλού, από την παραμονή των Χριστουγέννων κρεμούσαν στο εικονοστάσι σταυρωτά κλαδιά φουντουκιάς ή καρυδιάς, ή μόνο καρπούς. Αλλού το δέντρο ήταν από πεύκο ή έλατο και το στόλιζαν –εκτός από νωπούς καρπούς– και με κλαδάκια ελιάς στα φύλλα της οποίας σφήνωναν λεφτοκάρυα (φουντούκια). Αλλού έβαζαν τσιμσίρ (πυξάρι).
Και ερχόταν ο Ιανουάριος - Καλαντάρτς, θα έκαναν πάλι τις ίδιες ετοιμασίες, όπως την παραμονή των Χριστουγέννων. Στο τζάκι τώρα έβαζαν ένα κούτσουρο ειδικά κομμένο γι' αυτή τη μέρα, που το έλεγαν το Καλαντοκούρ' το οποίο ήταν ή από μηλιά ή αχλαδιά (ανάλογα με το χωριό).
Τον Γενάρη γίνονταν οι περισσότεροι γάμοι, γιατί τότε γύριζαν οι νέοι από την ξενιτιά και παράγγελναν στις αγαπημένες τους να τους περιμένουν, Καλαντάρτς και νέον' έτος / κόρ' θα παίρωσε οφέτος. Και τώρα, όπως και τα Χριστούγεννα, τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια και έλεγαν τα κάλαντα.
Σε μερικά χωριά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά, καβαλώντας κλαδιά από μηλιά, έμπαιναν θριαμβευτικά στο σπίτι φωνάζοντας:
«Χριστούγεννα και κάλαντα και Φώτα και καλός καιρός και καλοχρονία και καλοκαρπία και να ζουν ο πατέρας και η μητέρα και όλοι οι σπιτιανοί», και ο νοικοκύρης τούς έδινε φιλοδώρημα.
Στην Τραπεζούντα τα παιδιά κρατώντας πολύχρωμα φανάρια έλεγαν τα κάλαντα, τα συμβολικά «Αρχημηνιά, κι αρχή χρονιά, κι αρχή καλός μας χρόνος».
Σε άλλα μέρη την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς ο αρχηγός της οικογένειας, άντρας ή γυναίκα «εκαλαντίαζεν τ' οσπίτ'» σκόρπιζε δηλαδή διάφορους καρπούς μέσα στο σπίτι λέγοντας «Άμον το ρούζ'νε αούτα τα καλά, αετσ' πα να ρούζ'νε απές΄ σ΄οσπίτ΄ ν΄εμουν τ΄ ευλοΐας και τα καλοσύνας».


Επίσης γυναίκες πήγαιναν δώρα στη βρύση του χωριού ή στο ποτάμι για να πάρουν το καλαντόνερο. Πήγαιναν και γύριζαν αμίλητες, και με αυτό ράντιζαν το σπίτι και έπιναν και λίγο, για να έρθει η ευλογία στο σπίτι. Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς στα σπίτια ήταν συγκεντρωμένα όλα τα μέλη της οικογένειας ή και συγγενικά ή και φιλικά πρόσωπα. Το τραπέζι το έστρωνε η νύφη, κι αν δεν υπήρχε, η πρωτοκόρη, και ο αρχηγός της οικογένειας έδινε φιλοδώρημα.
Κάλαντα Χριστουγέννων
Χριστός γεννέθεν, χαρά σον κόσμον
χα, καλή ώρα, καλή σ' ημέρα
Χα, καλόν παιδίν οψές γεννέθεν
οψές γεννέθεν, το βράδ' αργάτε.
Το εγέννεσεν η Παναΐα
Το ανάθρεψεν αεί Παρθένος.
Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάρι
εκατήβεν σο σταυροδρόμι.
Έπιασαν άτό' οι σκύλ' Εβραίοι
χίλ' Εβραίοι και μίλ' Εβραίοι.
Ασ' σα κρέντικα κι άσ' στην καρδίαν
γαίμα έσταξεν, χολήν κι εφάνη.
γαίμα έσταξε, εμυροστάθεν.
Εμυρίστεν ατ' ο κόσμον όλον
για μυρίστ' άτό και σύ αφέντα.
Σύ αφέντα, καλέ μ' αφέντα
έμπα σο νουντάν κι ελά σην πόρταν.
Φέρ ουβάς και λεφτοκάρυα.
Κι αν ανοί'ς μας χαρά σην πόρτα'ς.
Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν
δώσ' με το παχτσίς κι ας πάω δεβαίνω.
Κάλαντα Πρωτοχρονιάς
Αρχή κάλαντα κι αρχή του χρόνου κι αρχή του χρόνου.
Πάντα κάλαντα, πάντα του χρόνου πάντα του χρόνου.
Αρχή μήλον εν κι αρχή κυδών εν, κι αρχή κυδών εν
Κι αρχή βάλσαμον το μυριγμένον, το μυριγμένον
Εμυρίστεν ατόν ο κόσμος όλον, ο κόσμος όλον.
Για μύριστ ατό και εσύ αφέντα, καλέμ αφέντα.
Λύσον την κεσέ σ και δωσ’ παράδας και δώσ’ παράδας
Κι αν ανιοιείς μας χαράν σην πόρτας σ, χαράν σην πόρτα σ’
Χρόνια Πολλά, πάντα και του χρόνου
Καλή χρονία και σ όλα τα ασπίτα υΐαν κι ευλογίαν.
Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς, γυναίκες με διάφορα δώρα στα χέρια (τσουρέκια, γλυκίσματα, φρούτα, αλάτι) επισκέπτονταν τη βρύση «πεγάδ’» του χωριού και τα αναπόθεταν λέγοντας την ευχή: «Κάλαντα και καλός καιρός πάντα και του χρόνου». Τότε ακριβώς έπαιρναν το καλαντόνερον. Πίστευαν πως η ροή του νερού πάνω στην αλλαγή του χρόνου σταματούσε για λίγο.
Αν σ’ αυτή τη μυστηριακή ώρα βρισκόταν κάποιος και έβλεπε το φαινόμενο, τον θεωρούσαν τυχερό και ό,τι ζητούσε σαν επιθυμία θα το έβρισκε. «Επλερούτον σα μουράτα τ», γίνονταν οι επιθυμίες του πραγματικότητα. Το νερό αυτό που το θεωρούσαν αγιασμένο, το ’φερναν στο σπίτι, έπιναν όλοι από λίγο και με το υπόλοιπο ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τα ζώα και τα χωράφια.
Παίρνοντας κανείς νερό δεν έπρεπε να γυρίσει να δει πίσω του γιατί διαφορετικά αρρωσταίνει ψυχικά (παθάν’, βλάφκεται, αχπαράεται).
Το καλάντισμα της βρύσης γινόταν ιδιαίτερα από τις ελεύθερες κοπέλες. Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς πρόσφεραν στο «πεγάδ’» στην κυρα - Πεγαδίστρα διάφορα φρούτα και ιδίως μήλα. Σαν ανταπόδοση περίμεναν από τη Μάισσα της βρύσης την «Πεγαδομάνα» ν’ ανοίξει την τύχη τους: «Άμον τ’ ανοίγω το πεγάδ’, ν’ ανοίεται η τύχη μ’ κι άμον το τρέχ’ το νερόν να τρέχ’ και ευλοΐα».
Τα ελεύθερα παλικάρια του χωριού καιροφυλακτούσαν κι όταν έφευγαν οι κοπέλες, πλησίαζαν στη βρύση κι έτρωγαν τα φρούτα. Αυτός που έτρωγε το μήλο της συγκεκριμένης κοπέλας, θα την ερωτευόταν και θα την παντρευόταν γιατί επενεργούσαν κάποιες μαγικές δυνάμεις κατά την Ποντιακή λαϊκή δοξασία και πίστη:
Ανάθεμα π’ εκρέμιζεν το μήλον σο πεγάδιν,
Το μήλον είχεν φάρμακον και το πεγάδ’ μαείας.
Μαεύ’ εμέν, μαεύ’ κι εσέν, μαεύ’ τοι δυς εντάμαν.
Η κορ’ μαεύ’ ελλενικά, ρωμαίικα παλικάρια…
Η νύχτα των Χριστουγέννων στην Άδυσσα Χαλδίας

Φωτ.: αρχείο Επιτροπής Ποντιακών Μελετών
Αστείρευτη πηγή της ιστορίας του Πόντου τα Ποντιακά Φύλλα που εκδίδονταν τον προηγούμενο αιώνα, μας δίνουν γεύση από το Λαϊκόν Ποντιακόν Εορτολόγιον, όπως το δημοσίευσε στο τεύχος 25 του 1938, ο Παντελής Η. Μελανοφρύδης, γεννημένος το 1885 στην Άδυσσα Μεσοχαλδίου.
Δημοσιεύουμε απόσπασμα για μια ποντιακή συνήθεια της νύχτας των Χριστουγέννων, αλλά και το έθιμο των Μωμόγερων.
η νύκταν των Χριστουγέννων ο οικογενειάρχης έχυνε σταυροειδώς κρασί εις την εστίαν, εις την οποίαν ετοποθέτη σταυροειδώς φύλλα καρυδιάς. Άλλα φύλλα έπαιρναν τα μέλη της οικογένειας, τα έβρεχον και τα έρριπτον εις το πυρ της εστίας δια να είδουν αν τα ηγάπα το άτομον, του οποίου το όνομα επρόφερον κατά το πέταγμα των φύλλων.

Έλεγαν δηλ.: «Ας τερώ αν αγαπά με ο κύρι μ' (να δω αν μ' αγαπά ο πατέρας μου)».

Αν τα ριπτόμενα επί της πυράς φύλλα ανεφλέγοντο αμέσως και επηδούσαν, τούτο ήτο σημείον ότι τον αγαπά ο πατέρας του, αν δε εκαίοντο χωρίς φλόγα, τούτο εσήμαινεν ότι δεν τον αγαπά.
Την νύκταν εκείνην τα πρόβατα εχόρευον. Τα δένδρα προσέκλινον και προσεκύνουν την γην. Εις τους ουρανούς ηνοίγετο μια ωραία φωτεινή πύλη και την στιγμήν εκείνην ο ευτυχής, όστις θα έβλεπε ανοικτήν την πύλην αυτήν ηδύνατο να ζητήση οιανδήποτε ευχήν (έναν μουράτ) πριν κλείση η πύλη και η ευχή εκείνη πάντοτε εισηκούετο και εξεπληρούτο.

Πολλαί γυναίκες εβεβαίωναν ότι είδαν ανοιγομένας τα πύλας του ουρανού και η μόνη ευχή την οποία συνήθως έκαμνον ήτο: «σωτηρία! Παράδεισον!».

 

Επίσης την νύκταν αυτήν «εποίναν τη Μωμοέρτς» (έκαναν, παράστεναν τους μωμόγερους). Μερικοί δηλ. νέοι, μετημφιεσμένοι συνήθως με γούνας, δέρματα προβάτων ή αιγών, με κουδούνια και προσωπίδας, περιήρχοντο τα οικίας, παριστάνοντας με διαφόρους μιμικάς κινήσεις και εις τουρκικήν γλώσσαν ένα δράμα.
Εις τους μωμογέρους εδίνοντο χρήματα ή τραγήματα: τσίρια, απίδια, καρύδια, χουρμάδες κλπ.
Αι επισκέψεις εγίνοντο την ημέραν των Χριστουγέννων. Προσεφέροντο δε κατ' αυτάς ρακί και μεζέδες, συνήθως δε το απόγευμα εχόρευον επί των δωμάτων όπου συνεκεντρούντο όλοι οι χωρικοί συνοδεία, εν συνοδεία της λύρας.
Το «Καλήν Εσπέραν» στη Σαμψούντα

 Πολλές φορές έχω διαβάσει στην αγαπητή μας Π.Ε. [Ποντιακή Εστία] ότι πρέπει να γίνουν προσπάθειες να συλλεγούν και να διαφυλαχθούν τα Ποντιακά μοιρολόγια. Συμφωνώ απολύτως με την σκέψιν αυτήν και μάλιστα πλειοδοτώ εις έγκρισιν. Πλην όμως μοιρολόγι σημαίνει και ΜΕΛΟΣ. Χωρίς μέλος θα είναι μισή η όλη εργασία της περισυλλογής και διαφυλάξεως των θησαυρών τούτων της Λαογραφίας μας. Μια ωλοκληρωμένη εργασία απαιτεί να συνδυάση και τα δύο, για να αποδοθή εις το ακέραιον ό,τι λέγεται και τραγουδείται ως μοιρολόγι. Δηλαδή πρέπει κοντά στα λόγια του μοιρολογιού να γραφή και η μουσική του.

Με τις σκέψεις αυτές εθυμήθηκα και τα κάλαντα, που λέγαμε στα χωριά της Σαμψούντος, όταν στην παιδική μας άδολη ψυχή κυριαρχούσε η λαχτάρα και ο θρησκευτικός παλμός, να αποδώσωμε όσο πιο τέλεια τα ήθη και έθιμα του τόπου μας.
Αλήθεια, πόσο μας συγκινούσαν οι ημέρες αυτές των Χριστουγέννων. Τι ήταν εκείνο, που μας έκαμνε ασυγκράτητους, να ξεχυθούμε στους δρόμους του χωριού, να λάσκουμες όλα τα πόρτας, και όλα αυτά χωρίς κανένα κέρδος. Μας αρκούσε ότι μας θαύμαζαν οι πιτσιρίκοι, ότι μας χάιδευε κανένα χέρι θείας ή θείου με το απαραίτητο φίλημα για κατευόδιο.


Είχα πολύ ωραία φωνή άμον ζίλ, εγώ και ο πρώτος μου εξάδελφος από το μέρος της μάννας μου, του Σοφοκλή ο Νίκον, συγχωρεμένον παιδίν.

Τις ημέρες αυτές ήμουν πάντα υπ’ ατμόν, γιατί ήμουν σίγουρος, πως θα έρθη ο θείος μου ο Δημήτρης, κάποιος μακρυνός μου συγγενής (ελαφρόν το χώμα που τον σκεπάζει στα αλησμόνητα εκείνα μέρη μας), πού ήταν ισόβιος Εκκλησιαστικός Επίτροπος εις την εκκλησίαν του χωρίου μου.
Ο εξάδελφος μου εκατοικούσε σ’ άνθεν το χωρίον και πολύ σουμά στην εγκλησίαν ο θείο μ’ ο Δημήτρης.
Έπαιρνεν τον Νίκον κι εκατέβαινεν σ’ εμάς, γιατί τ’ οσπίτ’ν εμουν έτονε σο τέλος τη χωρί, απ’ εκεί π’ εσκάλωναν τη Τουρκαντίων τ’ οσπίτια. Εμείς οι δύο θα ελέγαμε πάντα τα Κάλαντα «διά την ενίσχυσιν του Ταμείου της Εκκλησίας».

 

Και ενθυμούμαι, που όλοι –πτωχοί και πλούσιοι– το εθεωρούσαν τιμή τους ν’ανοίγ’ την πόρταν ατουν ο θείο μ’ ο Δημήτρης και να πλειοδοτούν εις εισφοράν , δίδοντας πρόθυμα τον οβολό τους. Και έτσι, για χάρι της εκκλησίας, έδιδε την συγκατάθεσί του και ο συγχωρημένος πατέρας μου να γυρίσω για τα Κάλαντα.
Τι θα πη νύστα, κρύο, αέρας, ταλαιπωρίες, άτα κι ενούνιζαμ’ ατά. Η μάννα μ’ εφόριζέ μας τα χοντρά τα λώματα, ετύλιζεν καλά τ’ ωτία μ’, εφόριζέ με τα μάλλινα τα γάντια, εφίλνεν και τον Νίκον και εστείλνε μας σο καλόν και ση Παναγίας την στράταν.
Αέτσ-πα το Καλήν Εσπέραν εσκάλωνεν ας σ’ εμάς απάν ’ς σο κιντίν και ετέλαινεν σ’ άνθεν το χωρίον, την Κιόκτζεν πριν να εβγών ο ήλον.
Άλλωστε ο μακαρίτης θείος μου Δημήτρης το εθεωρούσε γούρι και καλό χερικό να αρχίζη από το δικό μας τζάκι, γιατί ο πατέρας μου ήτο τζιορμπατζής και εφιλοτιμείτο να δίνη χρυσόν παράν.
Η πορεία μας ήτο καθωρισμένη. Έπρεπε να πάρωμε όλα τα σπίτια με την σειρά, για να αποφύγωμε και τις παρεξηγήσεις. Όμως με την ευκαιρία αυτή των ΚΑΛΑΝΤΩΝ ο θείος μου εύρισκε την κατάλληλη στιγμή κι έλυνε τις διαφορές του ως προς τις οφειλές των ενοριτών προς την εκκλησία και ώσπου να τακτοποιηθή εμείς εχουλίμες ολίγον.
Μέσα στην γαλήνη της νύκτας η φωνή μας αντηχούσεν ολοκάθαρη και πολλοί μας επερίμεναν με την πόρτα ανοικτή και τον σκύλο δεμένο. Αντηχούσε η μελωδία της «Καλήν Εσπέραν» σέ ήχον πλάγιον στιχηραρικόν, όπως τον γράφω παρακάτω, με σημεία Βυζαντινής μουσικής και όπως δεν τον έχω ακούσει πουθενά να τραγουδιέται, ούτε και στα χωριά της Μακεδονίας με καθαρόν Ποντιακόν πληθυσμόν. Φαίνεται πώς το μέλος αυτό μόνον σ’ εμάς τους Σαμψούντιους επικρατούσε.

 

Επάνω στις ίδιες μουσικές γραμμές ακολουθούν όλοι οι λοιποί στίχοι που είναι γνωστοί σε όλους μας. [...]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Χριστού 1941 τη χρονίας

Το διήγημα που ακολουθεί γράφτηκε από τον Ξενοφώντα Άκογλου (Ξένος Ξενίτας). Είναι μία ιστορία η οποία μπορεί να είναι αληθινή. Διαδραματίζεται σε ένα χωριό στα ριζά του Ολύμπου, είναι παραμονή Χριστουγέννων του 1941. Η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τριπλή κατοχή (Γερμανοί-Ιταλοί-Βούλγαροι). Είναι ο σκληρός χειμώνας του '41 που ο κόσμος πέθαινε στους δρόμους. Είναι η χρονιά που πέθαναν από την πείνα παραπάνω από 300.000 Έλληνες. Η επαρχία, τα χωριά βρίσκονταν σε καλύτερη μοίρα. Σ' ένα τέτοιο χωριό διαδραματίζεται η ιστοριούλα που παραθέτουμε. Δημοσιεύθηκε στα Χρονικά του Πόντου του έτους 1943 στο 4ο τεύχος. Συνιστώ σε όλους να το διαβάσουν. Είναι γραμμένο σε πολύ καλά Ποντιακά.